Η ιστορία


Μια ιδέα που ενέπνευσε το 1890 ομάδα Κυριών που ανήκαν στην Οργανωση «Αδελφότητα των Θυγατέρων του Επουρανίου Βασιλέως» βρήκε μεγάλη ανταπόκριση από τους Φιλάνθρωπους της Αθηναϊκής Κοινωνίας και έγινε πράξη με την σύσταση το 1893 του Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία «ΑΣΥΛΟΝ ΑΝΙΑΤΩΝ».

Η αρχική μορφή Ασύλου Ανιάτων: Πρώην Έπαυλη του Ναυάρχου MALCOM, 1831.
Έτσι λοιπόν το νεοσύστατο ΑΣΥΛΟΝ ΑΝΙΑΤΩΝ αρχίζει να περιθάλπει τους ασθενείς του από ιδιωτικούς εράνους γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον πρώτο απολογισμό του 1895-1896 «…ουδεμίαν περιουσίαν ή τακτικήν πρόσοδον κέκτηται το ημέτερον Άσυλον..,» Αναφέρονται επίσης εισπράξεις από κιβώτια που είχαν τοποθετήσει σε ιερούς ναούς, όπως της Αγ. Ειρήνης, Καπνικαρέας, του Αγίου Διονυσίου των Αγίων Θεοδώρων και από κιβώτια σε γνωστά ξενοδοχεία όπως της Αγγλίας, Αθηνάς και Άστεως. Το 1899 αποκτά την πρώτη κληρονομική περιουσία του, που προσέφερε η Σοφία Χλωρού, περιλαμβάνει δε εκτός από χρήματα και ένα ακίνητο. Αργότερα, οι περιουσιακές του πρόσοδοι από τοκομερίδια, χρεόγραφα και τόκους από καταθέσεις μαζί με τρέχουσες χρηματικές δωρεές αποτελούσαν κάθε χρόνο πηγές εσόδων, που εξασφάλιζαν όχι μόνο ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς αλλά και σοβαρά περισσεύματα. Έτσι το 1905-1906, συγκέντοωσε, μαζί με την σημαντική πρόσφορα των κοσμημάτων της συζύγου του Μάρκου Δραγούμη, το ποσό των τότε 100.000 δραχμών και αγόρασε την έπαυλη των Πατησιών, δηλαδή το χώρο που σήμερα στεγάζεται το Ίδρυμα.

Ναταλία Αλεξ. Σούτζου. Η πρώτη πρόεδρος του Ασύλου Ανιάτων.
Η ιστορική έπαυλη οικοδομήθηκε το 1831 από τον φιλέλληνα ναύαρχο Παλτνετ Μαλκολμ με οικοδομικά υλικά τα όποια έφερε από την Μάλτα με δύο δίτροχα κάρα, όπως λέει η ιστορία, τα πρώτα που ήλθαν στην Ελλάδα, η εργασια δε έγινε από τους αρχιτέκτονες Σταμάτιο Κλεάνθη και Εδουαρδο Σαουμπερτ. Μετά τον ναύαρχο, κατοικήθηκε από τον πρέσβυ της Γαλλίας Πισκατόου, εν συνεχεία η έπαυλη αγοράσθηκε από την δούκισσα της Πλακεντίας Σοφία Λεμπρέν και αργότερα από τον Πρωθυπουργό Σπυρίδωνα Τρικούπη. Κατόπιν αγοράστηκε από τον λογοτέχνη Δημήτριο Ροδοκανάκη, την οποία ενοικίαζε το ΑΣΥΛΟΝ ΑΝΙΑΤΩΝ από το 1901 και την αγόρασε τελικά το 1905 για να αποτελέσει ως τις σημερινές μέσες την ακοίμητη εστία των δραστηριοτήτων του.

Στα χρόνια που ακολούθησαν το Ίδρυμα αντιμετώπισε, βασανιστικές, κατά περιόδους, καταστάσεις καλύψεως ελλειμμάτων. Οι δύο πόλεμοι κυρίως συνετέλεσαν στη συνεχή μείωση μέχρις εξανεμίσεως των περιουσιακών χρηματικών πόρων και προσόδων του.

Και έτσι αναφέρεται στον Απολογισμό του 1951. «…Τα έτη 1943, 1944 και 1945 υπήρξαν τα μελανότερα της ιστορίας του. Η όλη κατάστασις της Ελλάδος κατά τα έτη ταύτα επέδρασε τοσούτον και επι της τύχης του Ασύλου, ώστε ν’ απειλήση προς στιγμήν αυτήν ταύτην την υπόστασίν του. Χάρις εις την στοργήν και ενίσχυσιν της Αθηναϊκής Κοινωνίας, ηδυνήθη ου μόνον να σταθή εις τους πόδας του αλλά από του έτους 1945 να σημειώνη διαρκή άνοδον…». Τότε αποφασίζεται και γίνεται πραγματικότητα η ανοικοδόμηση δύο μεγάλων πτερύγων στο βάθος του κήπου, που το 1953 αποκτούν ένα δεύτερο όροφο και το 1962 ένα τούτο, έτσι ώστε διαδοχικά από 96 κοεβάτια το 1916 να φθάσει τα 425 το 1956.

Την προσπάθεια για την επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεών του και του εξοπλισμού του δανειοδότησε τότε το ΙΚΑ (Σύμβαση 1952) και αργότερα το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας (Σύμβαση 1958).

Το 1973 σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 756/22 Β. Διάταγμα το ΑΣΥΛΟΝ ΑΝΙΑΤΩΝ ιδρύει το Ίδρυμα με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ ΧΡΟΝΙΩΣ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ, το οποίο αναλαμβάνει την συνέχιση της αποστολής του με κύριο χορηγό το Σωματείο, για την συμπλήρωση των ανεπαρκών πόρων του.